γρῦ

γρῦ, used with negs., ἀποκρινομένῳ . . οὐδὲ γρῦ not
A a syllable, Ar.Pl. 17, cf. D.19.39;

μηδὲ γ. λέγε Men.521

; ὄψου μηδὲν . . μηδὲ γ. not a morsel, not a bit, Antiph.190.13;

διαφέρει Χαιρεφῶντος οὐδὲ γ. Men. 364

, cf. Sam.310, Aristaenet.1.17, Jul.ad Ath.273b. (Expld. of the noise of swine, not even a grunt, by Sch.Ar. l.c.; also, a small coin, Suid.; but prop., = dirt under the nail, Hsch., who also explains it as = γρύτη, cf. γρύξ.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γρῦ — a syllable indeclform (exclam) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυ — (AM γρῡ) φρ. «δεν είπε γρυ > > δεν είπε τίποτε (πρβλ. α. «τὸν μηδὲ γρῡ ἀντιφθεγγόμενον», Ευστάθιος β. «ὑπὲρ μὲν οἴνου μηδὲ γρῡ τιτθὴ λέγε», Μένανδρος γ. «περὶ δὲ Φωκέων ἤ Θηβαίων... οὐδὲ γρῡ», Δημοσθένης δ. «καὶ ταῡτ ἀποκρινομένω τὸ παράπαν …   Dictionary of Greek

  • γρυ — βλ. γρι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γρυπῶν — γρῡπῶν , γρύψ griffin masc gen pl γρυπή vulture s nests fem gen pl γρῡπῶν , γρυπός hook nosed fem gen pl γρῡπῶν , γρυπός hook nosed masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυλίζει — γρῡλίζει , γρυλίζω grunt pres ind mp 2nd sg γρῡλίζει , γρυλίζω grunt pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυλίζοντα — γρῡλίζοντα , γρυλίζω grunt pres part act neut nom/voc/acc pl γρῡλίζοντα , γρυλίζω grunt pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυπόν — γρῡπόν , γρυπός hook nosed masc acc sg γρῡπόν , γρυπός hook nosed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυπός — γρῡπός , γρύψ griffin masc gen sg γρῡπός , γρυπός hook nosed masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυπότατον — γρῡπότατον , γρυπός hook nosed masc acc superl sg γρῡπότατον , γρυπός hook nosed neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρύτα — γρύ̱τᾱ , γρῦτα woman s dressing case fem nom/voc/acc dual γρύ̱τᾱ , γρῦτα woman s dressing case fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γρυλιζούσης — γρῡλιζούσης , γρυλίζω grunt pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.